Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El centro acreditado
01
διαπιστευμένο κέντρο
institución o centro reconocido oficialmente para ofrecer servicios o formación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
centros acreditados
Παραδείγματα
El examen solo puede realizarse en un centro acreditado.
Η εξέταση μπορεί να διεξαχθεί μόνο σε διαπιστευμένο κέντρο.
LanGeek



























