el rejuvenecimiento
Pronunciation
/rˌexuβˌeneθimjˈɛnto/

Ορισμός και σημασία του "rejuvenecimiento"στα ισπανικά

El rejuvenecimiento
01

ανανέωση, επανανίωση

proceso de recuperar una apariencia o estado más joven o vital 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El tratamiento busca el rejuvenecimiento de la piel. 

Η θεραπεία στοχεύει στην αναζωογόνηση του δέρματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store