Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El chichón
01
καρούμπαλο
protuberancia en la piel causada por un golpe o traumatismo leve
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chichones
Παραδείγματα
El niño tiene un chichón en la frente.
Το παιδί έχει ένα εξόγκωμα στο μέτωπο.



























