Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prevalencia
01
επιπολασμός
proporción de casos de una enfermedad o condición en una población en un momento determinado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La prevalencia de la diabetes ha aumentado en los últimos años.
Ο επιπολασμός του διαβήτη έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.



























