Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El análisis clínico
01
κλινική ανάλυση, κλινική εξέταση
estudio de muestras biológicas para diagnosticar o evaluar el estado de salud
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
análisis clínicos
Παραδείγματα
El análisis clínico confirmó la infección.
Η κλινική ανάλυση επιβεβαίωσε τη μόλυνση.



























