el urólogo
Pronunciation
/uɾˈɔloɣo/

Ορισμός και σημασία του "urólogo"στα ισπανικά

01

ουρολόγος, ειδικός ουρολόγος

médico especializado en el diagnóstico y tratamiento de enfermedades del sistema urinario y del aparato reproductor masculino 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
urólogos
Παραδείγματα
El urólogo examinó al paciente con dolor renal. 

Ο ουρολόγος εξέτασε τον ασθενή με πόνο στα νεφρά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store