Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El urólogo
01
ουρολόγος, ειδικός ουρολόγος
médico especializado en el diagnóstico y tratamiento de enfermedades del sistema urinario y del aparato reproductor masculino
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
urólogos
Παραδείγματα
El urólogo examinó al paciente con dolor renal.
Ο ουρολόγος εξέτασε τον ασθενή με πόνο στα νεφρά.



























