Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preventivo
01
προληπτικός, προληπτική
que sirve para prevenir enfermedades o problemas de salud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
preventivo
αρσενικό πληθυντικό
preventivos
θηλυκό ενικό
preventiva
θηλυκό πληθυντικό
preventivas
Παραδείγματα
El enfoque preventivo mejora la calidad de vida.
Η προληπτική προσέγγιση βελτιώνει την ποιότητα ζωής.



























