Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dentofacial
01
οδοντοπροσωπικός
relativo a los dientes y a la estructura facial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dentofacial
αρσενικό πληθυντικό
dentofaciales
θηλυκό ενικό
dentofacial
θηλυκό πληθυντικό
dentofaciales
Παραδείγματα
El desarrollo dentofacial influye en la mordida.
Η οδοντοπροσωπική ανάπτυξη επηρεάζει το δάγκωμα.



























