pulmonar
Pronunciation
/pˌulmonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "pulmonar"στα ισπανικά

01

πνευμονικός, πνευμονικός

relativo a los pulmones 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pulmonar
αρσενικό πληθυντικό
pulmonares
θηλυκό ενικό
pulmonar
θηλυκό πληθυντικό
pulmonares
Παραδείγματα
Sufre de una enfermedad pulmonar crónica. 

Υποφέρει από χρόνια πνευμονική νόσο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store