profano
Pronunciation
/pɾofˈano/

Ορισμός και σημασία του "profano"στα ισπανικά

01

βέβηλος, κοσμικός

que no es sagrado o que está fuera del ámbito religioso 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas profano
συγκριτικός βαθμός
mas profano
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
profano
αρσενικό πληθυντικό
profanos
θηλυκό ενικό
profana
θηλυκό πληθυντικό
profanas
Παραδείγματα
El uso profano del templo está prohibido. 

Η βέβηλη χρήση του ναού απαγορεύεται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store