Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profano
01
βέβηλος, κοσμικός
que no es sagrado o que está fuera del ámbito religioso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas profano
συγκριτικός βαθμός
mas profano
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
profano
αρσενικό πληθυντικό
profanos
θηλυκό ενικό
profana
θηλυκό πληθυντικό
profanas
Παραδείγματα
El espacio profano contrasta con el espacio religioso.
Ο βέβηλος χώρος έρχεται σε αντίθεση με τον θρησκευτικό χώρο.



























