Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La prestación social
01
κοινωνική παροχή, κοινωνικό επίδομα
ayuda económica o servicio que el Estado ofrece para cubrir necesidades básicas de los ciudadanos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
prestaciones sociales
Παραδείγματα
La reforma afectó a varias prestaciones sociales.
Η μεταρρύθμιση επηρέασε αρκετές κοινωνικές παροχές.



























