etnológico
Pronunciation
/ˌetnolˈɔxiko/

Ορισμός και σημασία του "etnológico"στα ισπανικά

etnológico
01

εθνολογικός

relativo al estudio de los pueblos, sus culturas, costumbres y tradiciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
etnológico
αρσενικό πληθυντικό
etnológicos
θηλυκό ενικό
etnológica
θηλυκό πληθυντικό
etnológicas
Παραδείγματα
El trabajo etnológico requiere observación directa.
Η εθνολογική εργασία απαιτεί άμεση παρατήρηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store