Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
etnológico
01
εθνολογικός
relativo al estudio de los pueblos, sus culturas, costumbres y tradiciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
etnológico
αρσενικό πληθυντικό
etnológicos
θηλυκό ενικό
etnológica
θηλυκό πληθυντικό
etnológicas
Παραδείγματα
El museo tiene una colección etnológica muy completa.
Το μουσείο έχει μια πολύ ολοκληρωμένη εθνολογική συλλογή.



























