Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
etnológico
01
εθνολογικός
relativo al estudio de los pueblos, sus culturas, costumbres y tradiciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
etnológico
αρσενικό πληθυντικό
etnológicos
θηλυκό ενικό
etnológica
θηλυκό πληθυντικό
etnológicas
Παραδείγματα
El trabajo etnológico requiere observación directa.
Η εθνολογική εργασία απαιτεί άμεση παρατήρηση.



























