Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
polémico
01
πολεμικός, αμφιλεγόμενος
que genera debate o desacuerdo por provocar opiniones opuestas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más polémico
συγκριτικός βαθμός
más polémico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
polémico
αρσενικό πληθυντικό
polémicos
θηλυκό ενικό
polémica
θηλυκό πληθυντικό
polémicas
Παραδείγματα
El tema es muy polémico en la sociedad actual.
Το θέμα είναι πολύ αμφιλεγόμενο στη σημερινή κοινωνία.



























