polémico
Pronunciation
/polˈɛmiko/

Ορισμός και σημασία του "polémico"στα ισπανικά

01

πολεμικός, αμφιλεγόμενος

que genera debate o desacuerdo por provocar opiniones opuestas 
polémico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más polémico
συγκριτικός βαθμός
más polémico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
polémico
αρσενικό πληθυντικό
polémicos
θηλυκό ενικό
polémica
θηλυκό πληθυντικό
polémicas
Παραδείγματα
El tema es muy polémico en la sociedad actual. 

Το θέμα είναι πολύ αμφιλεγόμενο στη σημερινή κοινωνία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store