Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La polución
01
ρύπανση, μόλυνση
presencia de sustancias nocivas en el aire, el agua o el entorno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Vivimos en una ciudad con mucha polución.
Ζούμε σε μια πόλη με πολλή ρύπανση.



























