Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La clase alta
01
ανώτερη τάξη, ελίτ
grupo social con alto nivel de ingresos, prestigio y poder económico
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
clases altas
Παραδείγματα
La clase alta tiene mayor poder económico.
Η ανώτερη τάξη έχει μεγαλύτερη οικονομική δύναμη.



























