Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El gobierno central
01
κεντρική κυβέρνηση
autoridad principal de un país que ejerce el poder a nivel nacional
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gobiernos centrales
Παραδείγματα
El presupuesto del gobierno central ha aumentado.
Ο προϋπολογισμός της κεντρικής κυβέρνησης αυξήθηκε.



























