talar
Pronunciation
/talˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "talar"στα ισπανικά

01

κόβω, υλοτομώ

cortar árboles o plantas, especialmente de forma sistemática
talar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
talo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tala
ενεστώτα μετοχή
talando
απλός αόριστος
taló
παθητική μετοχή
talado
Παραδείγματα
Es ilegal talar árboles protegidos.
Είναι παράνομο να κόβει κανείς προστατευόμενα δέντρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store