Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
talar
01
κόβω, υλοτομώ
cortar árboles o plantas, especialmente de forma sistemática
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
talo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tala
ενεστώτα μετοχή
talando
απλός αόριστος
taló
παθητική μετοχή
talado
Παραδείγματα
Van a talar varios árboles en el parque.
Πρόκειται να κόψουν πολλά δέντρα στο πάρκο.



























