preservar
Pronunciation
/pɾˌesɛɾβˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "preservar"στα ισπανικά

preservar
01

διατηρώ, προστατεύω

mantener algo en su estado original o evitar que se deteriore o pierda su valor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
preservo
γ΄ ενικό πρόσωπο
preserva
ενεστώτα μετοχή
preservando
απλός αόριστος
preservó
παθητική μετοχή
preservado
Παραδείγματα
El parque fue creado para preservar la naturaleza.
Το πάρκο δημιουργήθηκε για να διατηρήσει τη φύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store