Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preservar
01
διατηρώ, προστατεύω
mantener algo en su estado original o evitar que se deteriore o pierda su valor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
preservo
γ΄ ενικό πρόσωπο
preserva
ενεστώτα μετοχή
preservando
απλός αόριστος
preservó
παθητική μετοχή
preservado
Παραδείγματα
El parque fue creado para preservar la naturaleza.
Το πάρκο δημιουργήθηκε για να διατηρήσει τη φύση.



























