Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sobrepesca
01
υπεραλίευση, υπερεκμετάλλευση
captura excesiva de peces que supera la capacidad de regeneración de las especies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La sobrepesca ha reducido las poblaciones de atún.
Η υπεραλίευση μείωσε τους πληθυσμούς τόνου.



























