Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el carnet de conducir
/kaɾnˈet ðe kˌɔnduθˈiɾ/
El carnet de conducir
01
άδεια οδήγησης, δίπλωμα οδήγησης
documento oficial que autoriza a una persona a conducir vehículos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carnets de conducir
Παραδείγματα
Se presentó al examen del carnet de conducir.
Παρουσιάστηκε στην εξέταση του διπλώματος οδήγησης.



























