Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El plusmarquista
01
κάτοχος ρεκόρ, ρεκορντμαν
persona que posee o ha establecido un récord en una disciplina deportiva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plusmarquistas
Παραδείγματα
El plusmarquista entrenó durante años para lograrlo.
Ο κάτοχος ρεκόρ προπονήθηκε για χρόνια για να το πετύχει.



























