Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La universalización
01
παγκοσμιοποίηση, γενίκευση
proceso de hacer algo aplicable o válido para todos
Παραδείγματα
La política busca la universalización del acceso a la salud.
Η πολιτική στοχεύει στην καθολικοποίηση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη.



























