Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La profesionalidad
01
επαγγελματισμός
cualidad de actuar con competencia y responsabilidad en un trabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su profesionalidad marca la diferencia.
Ο επαγγελματισμός του κάνει τη διαφορά.



























