Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La productividad
01
παραγωγικότητα
capacidad de producir resultados con eficiencia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La productividad de la empresa aumentó este año.
Η παραγωγικότητα της εταιρείας αυξήθηκε φέτος.



























