Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vendar
01
επιδένω, τυλίγω
cubrir una herida o parte del cuerpo con un vendaje
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
venda
ενεστώτα μετοχή
vendando
απλός αόριστος
vendó
παθητική μετοχή
vendado
Παραδείγματα
El enfermero vendó la herida con cuidado.
Ο νοσοκόμος έδεσε την πληγή προσεκτικά.



























