neurológico
neu
neu
νεου
ro
ɾo
ρο
ló
ˈlo
λο
gi
xi
χι
co
ko
κο
psicológicopatológicomitológicoecológico

Ορισμός και σημασία του "neurológico"στα ισπανικά

neurológico
01

νευρολογικός, νευρολογικός

relativo al sistema nervioso o a sus enfermedades 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
neurológico
αρσενικό πληθυντικό
neurológicos
θηλυκό ενικό
neurológica
θηλυκό πληθυντικό
neurológicas
θεματικό πεδίο
medicina, anatomía
Παραδείγματα
El paciente presenta un trastorno neurológico. 

Ο ασθενής παρουσιάζει νευρολογική διαταραχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store