Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
neurológico
01
νευρολογικός, νευρολογικός
relativo al sistema nervioso o a sus enfermedades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
neurológico
αρσενικό πληθυντικό
neurológicos
θηλυκό ενικό
neurológica
θηλυκό πληθυντικό
neurológicas



























