el nerviosismo
nerv
neɾβ
νερβ
io
jo
γο
sis
ˈsis
σισ
mo
mo
μο
radicalismocapitalismominimalismofederalismo

Ορισμός και σημασία του "nerviosismo"στα ισπανικά

El nerviosismo
01

νευρικότητα, ανησυχία

estado de tensión o ansiedad que provoca inquietud o preocupación 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El nerviosismo le dificultaba hablar en público. 

Η νευρικότητα του δυσκόλευε να μιλήσει δημόσια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store