Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lúdico
01
παιγνιώδης
relacionado con el juego, la diversión o actividades recreativas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lúdico
συγκριτικός βαθμός
más lúdico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lúdico
αρσενικό πληθυντικό
lúdicos
θηλυκό ενικό
lúdica
θηλυκό πληθυντικό
lúdicas
Παραδείγματα
El entorno lúdico favorece la participación.
Το παιγνιώδες περιβάλλον ευνοεί τη συμμετοχή.



























