dico
ˈlu
loo
di
ði
dhi
co
ko
ko

Ορισμός και σημασία του "lúdico"στα ισπανικά

01

παιγνιώδης

relacionado con el juego, la diversión o actividades recreativas 
lúdico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más lúdico
συγκριτικός βαθμός
más lúdico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lúdico
αρσενικό πληθυντικό
lúdicos
θηλυκό ενικό
lúdica
θηλυκό πληθυντικό
lúdicas
Παραδείγματα
El aprendizaje lúdico ayuda a los niños a motivarse. 

Η παιγνιώδης μάθηση βοηθά τα παιδιά να παραμείνουν κινητοποιημένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store