la vanidad
Pronunciation
/bˌaniðˈad/

Ορισμός και σημασία του "vanidad"στα ισπανικά

01

ματαιοδοξία, υπερηφάνεια

exceso de orgullo o admiración por la propia apariencia o cualidades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vanidades
Παραδείγματα
La vanidad excesiva no es una cualidad positiva.
Η υπερβολική ματαιοδοξία δεν είναι θετική ιδιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store