la vanidad
va
ˌba
ba
ni
ni
ni
dad
ˈðad
dhad
humedadsoledadamistadNavidad

Ορισμός και σημασία του "vanidad"στα ισπανικά

01

ματαιοδοξία, υπερηφάνεια

exceso de orgullo o admiración por la propia apariencia o cualidades 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vanidades
Παραδείγματα
Su vanidad lo hace ignorar las críticas. 

Η ματαιοδοξία του τον κάνει να αγνοεί την κριτική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store