pretender
pre
ˌpɾe
pre
ten
tɛn
ten
der
ˈdɛɾ
der
prender

Ορισμός και σημασία του "pretender"στα ισπανικά

pretender
01

προτίθεμαι

tener la intención de hacer algo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pretendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pretende
ενεστώτα μετοχή
pretendiendo
απλός αόριστος
pretendió
παθητική μετοχή
pretendido
Παραδείγματα
No pretendo ofenderte. 

Δεν σκοπεύω να σε προσβάλω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store