Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pretender
01
προτίθεμαι
tener la intención de hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pretendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
pretende
ενεστώτα μετοχή
pretendiendo
απλός αόριστος
pretendió
παθητική μετοχή
pretendido
Παραδείγματα
Pretendemos mejorar el sistema este año.
Σκοπεύουμε να βελτιώσουμε το σύστημα φέτος.



























