Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obsesionar
01
κατατρύχω, βασανίζω
ocupar la mente de alguien de forma persistente e intensa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
obsesiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
obsesiona
ενεστώτα μετοχή
obsesionando
απλός αόριστος
obsesionó
παθητική μετοχή
obsesionado
Παραδείγματα
Ese tema lo obsesiona desde hace meses.
Αυτό το θέμα τον κατατρέχει εδώ και μήνες.



























