la motivación
mo
ˌmo
mo
ti
ti
ti
va
βa
ba
ción
ˈθjɔn
thyawn
reposiciónextracciónlimitaciónseparación

Ορισμός και σημασία του "motivación"στα ισπανικά

La motivación
01

κίνητρο, παρακίνηση

impulso o razón que lleva a una persona a actuar o perseguir un objetivo 
la motivación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
motivaciones
Παραδείγματα
La motivación es clave para aprender idiomas. 

Το κίνητρο είναι το κλειδί για την εκμάθηση γλωσσών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store