Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La calidad de vida
01
ποιότητα ζωής
nivel de bienestar material, social y emocional de una persona o población
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La calidad de vida ha mejorado en la ciudad.
Η ποιότητα ζωής βελτιώθηκε στην πόλη.



























