Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El viaje de trabajo
01
επαγγελματικό ταξίδι
desplazamiento que se realiza por motivos laborales o profesionales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
viajes de trabajo
Παραδείγματα
Está en un viaje de trabajo en Madrid.
Βρίσκεται σε επαγγελματικό ταξίδι στη Μαδρίτη.



























