respiratorio
Pronunciation
/rˌespiɾatˈɔɾjo/

Ορισμός και σημασία του "respiratorio"στα ισπανικά

respiratorio
01

αναπνευστικός

relativo a la respiración o al sistema que permite respirar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
respiratorio
αρσενικό πληθυντικό
respiratorios
θηλυκό ενικό
respiratoria
θηλυκό πληθυντικό
respiratorias
Παραδείγματα
El médico evaluó su función respiratoria.
Ο γιατρός αξιολόγησε την αναπνευστική του λειτουργία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store