Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sintético
01
συνθετικός
que es producido de manera artificial, no natural; especialmente referido a materiales o sustancias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sintético
συγκριτικός βαθμός
más sintético
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sintético
αρσενικό πληθυντικό
sintéticos
θηλυκό ενικό
sintética
θηλυκό πληθυντικό
sintéticas
Παραδείγματα
El material sintético no deja pasar el aire.
Το συνθετικό υλικό δεν αφήνει τον αέρα να περάσει.



























