Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El diplomada
01
πτυχιούχος (θηλυκό)
persona que ha completado estudios universitarios o de formación superior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
diplomadas
αρσενικό ενικό
diplomado
θηλυκό ενικό
diplomada
neutral form
diplomado/a
Παραδείγματα
Es diplomada en economía por la universidad.
Είναι πτυχιούχος οικονομικών στο πανεπιστήμιο.
LanGeek



























