Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bien comunicado
01
εύκολα προσβάσιμο
que tiene buenas conexiones de transporte o acceso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas bien comunicado
συγκριτικός βαθμός
mas bien comunicado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bien comunicado
αρσενικό πληθυντικό
bien comunicados
θηλυκό ενικό
bien comunicada
θηλυκό πληθυντικό
bien comunicadas
Παραδείγματα
El aeropuerto está bien comunicado con el centro urbano.
Το αεροδρόμιο είναι καλά συνδεδεμένο με το κέντρο της πόλης.



























