parecido
pa
ˌpa
pa
re
ɾɛ
re
ci
ˈθi
thi
do
ðo
dho
aburridoinhibidoatrevidodecidido

Ορισμός και σημασία του "parecido"στα ισπανικά

01

παρόμοιος, όμοιος

que tiene características en común con otra cosa o persona 
parecido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas parecido
συγκριτικός βαθμός
mas parecido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
parecido
αρσενικό πληθυντικό
parecidos
θηλυκό ενικό
parecida
θηλυκό πληθυντικό
parecidas
Παραδείγματα
Los dos hermanos son muy parecidos. 

Οι δύο αδερφοί είναι πολύ όμοιοι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store