Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parecido
01
παρόμοιος, όμοιος
que tiene características en común con otra cosa o persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas parecido
συγκριτικός βαθμός
mas parecido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
parecido
αρσενικό πληθυντικό
parecidos
θηλυκό ενικό
parecida
θηλυκό πληθυντικό
parecidas
Παραδείγματα
Tienen gustos muy parecidos.
Έχουν πολύ παρόμοια γούστα.



























