Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parecer
01
φαίνομαι, μοιάζω
dar la impresión o apariencia de ser algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
parezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
parece
ενεστώτα μετοχή
pareciendo
απλός αόριστος
parecí
παθητική μετοχή
parecido
Παραδείγματα
Él parece cansado después del viaje.
Αυτός φαίνεται κουρασμένος μετά το ταξίδι.
02
μοιάζω, φαίνομαι
tener una semejanza física o de carácter con alguien o algo
Παραδείγματα
¿Te pareces a algún familiar?
Μοιάζεις σε κάποιο συγγενή ;



























