Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parecer
[past form: parecí][present form: parezco]
01
φαίνομαι, μοιάζω
dar la impresión o apariencia de ser algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
parezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
parece
ενεστώτα μετοχή
pareciendo
απλός αόριστος
parecí
παθητική μετοχή
parecido
Παραδείγματα
¿ Te parece bien si salimos más tarde?
Σου φαίνεται καλά αν βγούμε αργότερα;
02
μοιάζω, φαίνομαι
tener una semejanza física o de carácter con alguien o algo
Παραδείγματα
Se parece a un famoso actor.
Μοιάζει με έναν διάσημο ηθοποιό.



























