Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contestatario
01
αντιρρησίας
que se opone a las normas, autoridades o ideas establecidas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas contestatario
συγκριτικός βαθμός
mas contestatario
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contestatario
αρσενικό πληθυντικό
contestatarios
θηλυκό ενικό
contestataria
θηλυκό πληθυντικό
contestatarias
Παραδείγματα
Tiene un espíritu contestatario desde joven.
Έχει αντιδραστικό πνεύμα από νεαρή ηλικία.



























