Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conformista
01
συμμορφωτικός
que se adapta fácilmente a las normas o a lo establecido sin cuestionarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas conformista
συγκριτικός βαθμός
mas conformista
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
conformista
αρσενικό πληθυντικό
conformistas
θηλυκό ενικό
conformista
θηλυκό πληθυντικό
conformistas
Παραδείγματα
Es un estudiante conformista que nunca cuestiona nada.
Είναι ένας συμμορφούμενος φοιτητής που ποτέ δεν αμφισβητεί τίποτα.



























