Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impuntual
01
ασυνεπής, καθυστερημένος
que no llega o no hace las cosas a la hora prevista
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más impuntual
συγκριτικός βαθμός
más impuntual
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impuntual
αρσενικό πληθυντικό
impuntuales
θηλυκό ενικό
impuntual
θηλυκό πληθυντικό
impuntuales
Παραδείγματα
Su comportamiento impuntual molesta a los demás.
Η ανακριβής συμπεριφορά του ενοχλεί τους άλλους.



























