Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impuntual
01
ασυνεπής, καθυστερημένος
que no llega o no hace las cosas a la hora prevista
Παραδείγματα
No quiero ser impuntual al trabajo.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ασυνεπής, καθυστερημένος