Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Los responsabilidades
01
ευθύνες, καθήκοντα
conjunto de obligaciones o tareas que una persona debe cumplir en un trabajo o rol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
responsabilidades
Παραδείγματα
No pudo atender todas sus responsabilidades hoy.
Δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί σε όλες του τις ευθύνες σήμερα.



























