Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interactivo
01
διαδραστικός, διαδραστική
que implica participación activa entre el usuario y el sistema o actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas interactivo
συγκριτικός βαθμός
mas interactivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
interactivo
αρσενικό πληθυντικό
interactivos
θηλυκό ενικό
interactiva
θηλυκό πληθυντικό
interactivas
Παραδείγματα
El museo ofrece experiencias interactivas.
Το μουσείο προσφέρει διαδραστικές εμπειρίες.



























