la perfumería
Pronunciation
/pˌɛɾfumɛɾˈia/

Ορισμός και σημασία του "perfumería"στα ισπανικά

La perfumería
01

αρωματοπωλείο

tienda donde se venden perfumes y productos de cosmética
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
perfumerías
Παραδείγματα
La perfumería abrió una nueva sucursal.
Το αρωματοπωλείο άνοιξε νέο υποκατάστημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store