Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
libre de impuestos
01
απαλλαγμένος από φόρους, εκτός δασμών
producto o lugar exento de impuestos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
libre de impuestos
αρσενικό πληθυντικό
libres de impuestos
θηλυκό ενικό
libre de impuestos
θηλυκό πληθυντικό
libres de impuestos
Παραδείγματα
Los pasajeros pueden comprar tabaco libre de impuestos.



























