Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La libélula
01
λιβελούλα, δράκος
un insecto volador con un cuerpo largo y delgado, y dos pares de alas transparentes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
libélulas
Παραδείγματα
La libélula se quedó suspendida en el aire sobre el estanque.
Η λιβελούλα παρέμεινε αιωρούμενη στον αέρα πάνω από τη λίμνη.



























