Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La puntería
01
ακρίβεια στο σημάδι, ευστοχία
capacidad para dirigir con precisión un objeto hacia un objetivo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su puntería fue clave durante el torneo de dardos.



























